Το Θεσσαλικό Θέατρο Λάρισας παρουσίασε με μεγάλη επιτυχία την παράσταση «Η Διαθήκη» σε σκηνοθεσία του Κ. Τσιάνου. Η υπόθεση βασίζεται στο διήγημα του Δ. Χατζή «Η Διαθήκη του Καθηγητή» που δημοσιεύτηκε στη συλλογή «Το τέλος της μικρής μας πόλης» )1963). Ο Δ. Χατζής (Ιωάννινα 1913 – Αθήνα 1981) έζησε πολλά χρόνια της ζωής του εξόριστος από πολιτικά καθεστώτα, δικτατορία του Μεταξά, Χούντα, σε Φολέγανδρο, Ικαρία, Ουγγαρία, Παρίσι, Βουδαπέστη… Στην εξορία του σπούδασε Ελληνική Φιλολογία. Επιστρέφει στην Ελλάδα το 1975. Τα χρόνια 1975 – 1980 είναι χρόνια άνθησης του πολιτιστικού κινήματος Ο Χατζής δίνεται ολόψυχα σε κάθε αδέσμευτη πολιτιστική κίνηση – δίνει σε όλη την Ελλάδα διαλέγεις, μαθήματα, παίρνει μέρος σε συζητήσεις… Σημαντικότερα έργα του : «¨Το τέλος της μας πόλης», «Η φωτιά», «Οι Ανυπεράσπιστοι», «Διπλό Βιβλίο».

Η πεζογραφία του είναι στρατευμένη, η γραφή του ρεαλιστική. Κέντρο της πάντα ο άνθρωπος, «η δυστυχία των ανθρώπων στα τέσσερα πέρατα του κόσμου και τότε και πρώτα και πάντα. Και η ελπίδα. Και πως λουλουδιάζει και γίνεται θέληση των ανθρώπου να τραβήξει η ζωή παραπέρα…» (Μαργαρίτα Περδικάρη, «Το τέλος της μικρής μας πόλης»). Στηλιτεύει αμείλικτα πρόσωπα και καταστάσεις, «Η Μαργαρίτα άκουσε και έμαθε για τις κλεψιές στη Μητρόπολη, στις εκκλησίες, στο δημαρχείο, για την ατιμία που βασίλευε παντού. Εκκλησία, δικαιοσύνη, διοίκηση, αρχές και αρχοντικά, γκρεμίζονται όλα, όλος ο κόσμος της – αυτός που ήξερε και ήταν παιδί του…» (Μαργαρίτα Περδικάρη, «Το τέλος της μικρής μας πόλης»). Οι ήρωες του είναι μορφές που έπλασε με αγάπη, συμπορεύεται και αγωνία μαζί τους και μεταφέρει στους αναγνώστες του το ίδιο συναίσθημα της συμπάθειας και της συμπαράστασης. Και σε όλα τα έργα του είναι διάχυτη μια μελαγχολία, όπως η μελαγχολία, όπως η μελαγχολία που πλανάται πάνω από την πατρίδα του, τα Γιάννενα, εξαιτίας της λίμνης, της ομίχλης που πέφτει βαριά πάνω από την πόλη και των φαντασμάτων της Φροσύνης και των άλλων 17 αδικοπνιγμένων γυναικών… Κι αν κάποιοι σκεφτούν ότι τα βιβλία του Χατζή έχουν παλιώσει, αιφνιδιάζονται από το μαστίγωμα της γραφής του. Όχι μόνο γιατί η αγωνία της παλαιάς κοινωνίας που υποχωρεί μπροστά στον «νέο κόσμο» που έρχεται είναι πάντα εξίσου διαβρωτική, αλλά και χάρη στην δύναμη της τεχνικής του.

Η «Διαθήκη» αρχίζει με το θάνατο ενός καθηγητή Ελληνικών σε μια μικρή επαρχιακή πόλη. Αρχικά ο θάνατος του είναι αδιάφορος για όλους, όταν όμως μαθαίνεται ότι έχει αφήσει ένα σημαντικό χρηματικό ποσό στην τράπεζα, του οποίου ο δικαιούχος ορίζεται στην διαθήκη του, όλοι θορυβούνται. Ποιος είναι ο κληρονόμος; Ο δήμος, η νομαρχία, η εκκλησία; Αποφασίζουν να του κάνουν μια ωραία κηδεία, με επικήδειους λόγους όλων των πολιτικών παραγόντων της πόλης. Ο θάνατος ενός ανθρώπου γίνεται αντικείμενο πολιτικής εκμετάλλευσης…. Έτσι ο Χατζής σκιαγραφεί χαρακτήρες και κοινωνικούς ρόλους, στηλιτεύει αμείλικτα πρόσωπα και καταστάσεις. Συμφέροντα, ρουσφέτια, μικροπρέπειες και δολοπλοκίες προβάλλονται και επικρίνονται αυστηρά… Κι αν πει κανείς ότι εκείνη η κοινωνία είναι διαφορετική από τη σημερινή, σίγουρα πλανάται…

Η διαθήκη τελικά ανοίγεται και όλους τους περιμένει μια έκπληξη. Ο καθηγητής ορίζει ως κληρονόμους του τα παιδία, «γιατί κανένα άλλον σε αυτή την πόλη δεν εμπιστεύεται…». Με τα χρήματα αυτά όριζε να σπουδάζει ένας νέος από την πόλη φιλολογία «και να μην είναι μόνο δάσκαλοι αυτοί που θα σπουδάσουν, αλλά να είναι και άντρες στην ψυχή και στο νου τους. Βέβαια όταν έγιναν οι μεγάλες φασαρίες στην Ελλάδα, έκτακτο στρατοδικείο κληροδότημα Ραλλίδη, με την κατηγορία ότι επιβουλεύτηκε την τάξη, την τιμή και την αρετή της πόλης. Και ο δάσκαλος απάντησε πως ήθελε να είναι δάσκαλος και άντρας μαζί και μια τέτοια τάξη στ’ αλήθεια επιβουλεύτηκε. Αυτόν βέβαια τον σκότωσαν. Μα τα παιδία – δεν το πιστεύω πότε , να παραιτηθούν από εκείνη την διαθήκη.»

Και ειδικά σε αυτό το διήγημα ο Χατζής δίνει μια απάντηση σε όσους αναρωτιούνται για το αν αξίζει να φέρει κανείς παιδία σ΄ αυτόν τον κόσμο, ότι αξίζει, ακριβώς για να κάνουν τον κόσμο καλύτερο.